Skip to content Skip to footer

Γράφει Γιάννης Κουτρούδης

Ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα: Μία Δεκαετία Φίμωσης, Επιθέσεων και Λουκέτων… 

Η δεκαετία της οικονομικής κρίσης έχει επηρεάσει σχεδόν ανεπανόρθωτα την ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα. Για το 2020, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 65η θέση στην Παγκόσμια Κατάταξη Ελευθερίας του Τύπου (World Press Freedom Index) που δημοσιεύεται από τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα (RSF). Από το 2009 μέχρι το 2014, η Ελλάδα κατρακύλησε 64 θέσεις στην συγκεκριμένη κατάταξη φτάνοντας μάλιστα σε χειρότερη θέση από τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες! Η ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα ήταν παρόμοια με αυτήν την Γκαμπόν και της Γκάνα. Από το 2017 μέχρι σήμερα, η Ελλάδα ανεβαίνει στην κατάταξη χωρίς, ωστόσο, αξιοσημείωτη πρόοδο. 

Από το 2013 μέχρι σήμερα, αρκετοί είναι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ που έχουν στοχοποιηθεί από το σύνολο του πολιτικού φάσματος. Αποκορύφωμα αποτέλεσε το ξαφνικό κλείσιμο της ΕΡΤ το 2013 από την κυβέρνηση Σαμαρά και η κατοπινή ίδρυση ενός νέου δημόσιου φορέα, της ΝΕΡΙΤ. Η ΝΕΡΙΤ δέχθηκε δριμύτατη κριτική τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό για μεροληπτική κάλυψη της επικαιρότητας και στοχοποίηση δημοσίων προσώπων. 

Ανάλογη κριτική έχει εκφραστεί και για ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς κυρίως για διασπορά ψευδών ειδήσεων, κιτρινισμό της επικαιρότητας, εκλογικό φανατισμό και ξενοφοβικό ή ρατσιστικό λόγο. Αξέχαστη έμεινε και η προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το 2016-2018 για τον έλεγχο της ιδιωτικής τηλεόρασης με τον αμφιλεγόμενο διαγωνισμό των τηλεοπτικών αδειών. Ωστόσο, μετά από έντονη κατακραυγή, ο σχετικός διαγωνισμός κρίθηκε αντισυνταγματικός και διακόπηκε. 

Αντίστοιχα, έρευνα στο έγκριτο Columbia Journalism Review επιβεβαιώνει την ζοφερή πραγματικότητα. Σύμφωνα με την έρευνα, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ πολιτικής δημοσιογραφίας και πολιτικής διαφήμισης στην Ελλάδα τείνει να γίνει όλο και πιο δυσδιάκριτη. 

Επιπλέον, κρίσιμη καμπή για την ελευθερία του Τύπου αποτέλεσε το προσφυγικό ζήτημα. Η άφιξη ξένων ΜΜΕ και η παραγωγή αντικρουόμενων αφηγημάτων δημιούργησε ένα πληροφοριακό κομφούζιο. Παράλληλα, Έλληνες δημοσιογράφοι δέχθηκαν απειλές και σε αρκετές περιπτώσεις επιβλήθηκε λογοκρισία σε εικόνες και άρθρα. Για παράδειγμα, τo 2014, απαγορεύτηκε στο MEGA TV να δημοσιεύσει πληροφορίες σχετικά με ναυάγιο μεταναστών στο Φαρμακονήσι. 

Εξίσου σημαντική είναι η μείωση στον αριθμό των τοπικών και περιφερειακών ΜΜΕ στην Ελλάδα. Ωστόσο, παρά την σημασία του φαινομένου, επαρκή στατιστικά δεδομένα δεν υπάρχουν. 

Τέλος, σχετικά ελεγχόμενη είναι η διείσδυση ρωσικής και κινεζικής προπαγάνδας. Μόνο το Sputnik Ελλάδα δραστηριοποιείται αυτήν την στιγμή στην χώρα, ενώ ενεργά φιλοκινεζικά ΜΜΕ δεν υπάρχουν. Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί η άνοδος της τουρκικής προπαγάνδας στην χώρα, ειδικά μετά την πρόσφατη λειτουργία του ελληνικού ιστοτόπου της TRT. 

Gender pay gap

Γράφει η Ευαγγελία Μούσιου, Μέλος Ελεύθερων Νέων

Ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα που αφορούν την παγκόσμια κοινότητα, είναι η διαφορετική αντιμετώπιση των δύο κυρίαρχων φύλων ή αλλιώς ο σεξισμός και η ανισότητα που υφίσταται το γυναικείο φύλο έναντι του αρσενικού σε ποικίλα θέματα και καταστάσεις της καθημερινότητας. Πιο συγκεκριμένα στο επαγγελματικό επίπεδο παρατηρείται χάσμα στην μισθοδοσία μεταξύ των δύο φύλων γνωστό ως “gender pay gap”.Το μισθολογικό αυτό χάσμα παρατηρείται στον επαγγελματικό και εργασιακό τομέα, στον οποίο οι γυναίκες παρατηρείται ότι αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες.

Ο μέσος όρος του προαναφερθέντος χάσματος στην Ευρωπαϊκή ένωση είναι 16,3% , ενώ στην Ελλάδα 15%. Γενικά σε επαγγελματικό επίπεδο , οι γυναίκες έρχονται αντιμέτωπες με τρία είδη μειονεκτημάτων. Το πρώτο αφορά την ωρομίσθια μισθοδοσία , στην οποία οι γυναίκες αμείβονται λιγότερο. Ταυτόχρονα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το γεγονός πως το γυναικείο φύλο εργάζεται λιγότερες ώρες και χαρακτηρίζεται από χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης (χαρακτηριστικό παράδειγμα γυναικών που εγκαταλείπουν την καριέρα τους εξαιτίας οικογενειακών καταστάσεων).

Οι παράγοντες που επηρεάζουν και -πυρπολούν- θα λέγαμε αυτού του είδους την μισθολογική ανισότητα ποικίλουν. Αρχικά οι άνδρες αναλαμβάνουν το μεγαλύτερο ποσοστό των διοικητικών και εποπτικών θέσεων, ως απόρροια αυτοί να προωθούνται και πιο εύκολα και συνεπώς να δέχονται μεγαλύτερη αμοιβή. Επίσης οι γυναίκες αναλαμβάνουν συνήθως σημαντικές εργασίες δίχως αμοιβή, όπως τις δουλειές του σπιτιού, την φροντίδα των παιδιών κ.α. Οι άνδρες περνάνε σχεδόν 9 ώρες την εβδομάδα σε τέτοιου είδους εργασίες, ενώ οι γυναίκες τουλάχιστον 22. Το παραπάνω γεγονός έχει ως αποτέλεσμα οι γυναίκες να βρίσκονται εκτός της αγοράς εργασίας, γεγονός που φέρει αρνητικές συνέπειες σε μελλοντικά κέρδη και συντάξεις. Ένας επιπλέον παράγοντας που υποσκάπτει την άνιση μισθοδοσία είναι και ο διαχωρισμός στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας. Οι γυναίκες τείνουν να εκπροσωπούν ορισμένους τομείς όπως είναι η διδασκαλία και η απασχόληση στον τομέα της υγείας. Τέλος ο διαχωρισμός στην αμοιβή, αν και παράνομος, εξακολουθεί να συνεισφέρει στο gender pay gap.

Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, που αποτελεί τον κορμό και την αφετηρία της δημοκρατίας, είναι οξύμωρο να εξακολουθούν να υφίστανται και να προωθούνται τέτοιου είδους διακρίσεις.

© 2020 Youngliberals | Design & Development by Digitalmonkeys